-->

Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2012

Eλληνικά άγρια εδωδιμα είδη crocus για καλλιέργεια

Crocus cartwrightianus
Οικογένεια Iridaceae
Crocus cartwrightianus Herb.
Γεωγραφική κατανομή: Δυτ. Κρήτη, ΝΑ Ελλάδα, Κυκλάδες
Ενδημισμός: ενδημικό Νοτίου Αιγαίου
Οικότοπος: αραιά, ανοιχτά φρύγανα (υψ. 30-60 m).
Σύντομη περιγραφή: Βολβώδες φυτό με χιτώνα βολβού λεπτά δικτυώτο. Φύλλα 5-11, συνήθως παρόντα κατά την άνθιση. Άνθη 1-4, σκούρα βιολετί- πορφυρά με πιο σκούρες νευρώσεις, λευκά ή λευκά με πορφυρή βάση. Φάρυγγας λείος ή χνουδωτός, λευκός, ή χρώματος ανοιχτό βιολετί. Ανθήρες κίτρινοι και στύλος κοκκινωπός που χωρίζεται σε 3 κλάδους. Κάψα 1,5-2,5cm ελλειψοειδής, σπέρματα κόκκινα.

Βιβλιογραφικές αναφορές:
Jahn R. & Schonfelder, P. 1995. Exkursionsflora fur Kreta. Eugen Ulmer GmbH & Co. Germany. 446 pp
Mathew, B.F. 1983. The Greek species of Crocus (Iridaceae), a taxonomic survey. Ann.Musei Goulandris 6: 63-86
Turland, N.J., Chilton, L. & J.R. Press. 1993. Flora of the Cretan Area. Annotated Checklist & Atlas. The Natural History Museum. St Edmundsbury Press, Bury St. Edmunds, Suffolk, England.
Tutin, T. G. et al (eds). Flora Europaea Vol. 5 p. 97. Cambridge University Press.
Καββάδας, Δ., 1956-1964 Εικονογραφημένο Βοτανικόν Φυτολογικόν Λεξικόν. Τόμοι Ι – ΙΧ. Εκδ.Πήγασος, Αθήνα


Περίοδος ανθοφορίας: Οκτώβριος-Δεκέμβριος
Ο Crocus cartwrightianus (Κρόκος του Καρτράιτ) είναι ο πρόγονος των καλλιεργήσιμων κρόκων (Crocus sativus) που δίνουν την ζαφορά. Ξεχωρίζει από τα μεγάλα κόκκινα στίγματά του, που βγαίνουν έξω από το άνθος, το οποίο έχει μαβί χρώμα με πολυπλόκαμες ραβδώσεις. Περιγράφηκε από τον βοτανολόγο W. Herbert, από ένα φυτό που του έστειλε από την Τήνο ο άγγλος πρόξενος στην Κωνσταντινούπολη J. Cartwright από τον οποίο και ονομάστηκε αυτός ο κρόκος. Ο άγριος Crocus cartwrightianus ευδοκιμεί σε Στερεά, Αττική Πελοπόννησο, Κρήτη και νησιά του Αιγαίου.
Φωτογραφίες: Βαγγέλη Παπιομύτογλου «Αγριολούλουδα της Ελλάδας», εκδόσεις Mediterraneo, Ρέθυμνο 2006

Ο άγριος πρόγονος του καλλιεργήσιμου είναι ο κρόκος του Καρτράιτ (cartwrightianus). Ο άγγλος πρόξενος στην Κωνσταντινούπολη Καρτράιτ έστειλε ένα τέτοιο κρόκο από την Τήνο στον βοτανολόγο Χέρμπερτ, ο οποίος δημοσίευσε την επιστημονική του περιγραφή και για να τιμήσει τοΝ πρόξενο έδωσε στο φυτό τ’ όνομά του. Ο καρτραϊκός κρόκος είναι ίδιος με τον ήμερο αλλά πιο μικρός. Είναι ενδημικό φυτό Αττικής, Κυκλάδων και Δυτικής Κρήτης. Ανθίζει Οκτώβριο-Δεκέμβριο σε βραχώδεις λοφοπλαγιές, χαμηλούς θαμνότοπους και αραιά πευκοδάση από τις παραθαλάσσιες περιοχές μέχρι τα 1.000 μέτρα.

Ο κρόκος των κρητικών ορέων (oreocreticus) μοιάζει πολύ με το καρτραϊκό αλλά φυτρώνει σε μεγάλα υψόμετρα στα βουνά της Κρήτης (Ψηλορείτης, Δίκτη, Θρυπτή) το φθινόπωρο.

Ο κρόκος του Τουρνεφόρ (turnefortii) είναι αυτός που κατ’ εξοχήν ονομάζεται ζαφορά στις Κυκλάδες. Ονομάστηκε έτσι προς τιμήν του γάλλου βοτανολόγου Πιτόν ντεΤουρνεφόρ που περιέγραψε πολλά φυτά του Αιγαίου γύρω στο 1700. Ο τουρνεφόρτιος κρόκος ανθίζει από Σεπτέμβριο μέχρι Νοέμβριο σε Δωδεκάνησα, Κρήτη, Κυκλάδες και Ύδρα σε πετρώδεις τοποθεσίες, ρωγμές βράχων και φρυγανότοπους, από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι τα 650 μέτρα. Τα κόκκινα στίγματα του είναι πολύ μεγάλα και διακλαδίζονται σε δεκάδες νημάτια.
Μεγάλη στίγματα έχει και ο κρόκος ο εσχαρωτός (Crocus cancellatus υποείδος mazziaricus) που ανθίζει από τον Σεπτέμβριο στην κυρίως χώρα, Εύβοια, Νάξο, Ηρακλειά, Πελοπόννησο, Ιόνια νησιά από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι τα 1.500 μέτρα σε βραχώδεις πλαγιές και θαμνότοπους.
Αυτοί οι τρεις φθινοπωρινοί κρόκοι (κατρταϊκός, τουρνεφόρτιος και εσχαρωτός) έχουν μεγάλα στίγματα, όπως ο ήμερος κρόκος της Κοζάνης και μπορούν να αποδώσουν σαφράν. Με την εμπειρία και το παράδειγμα των κροκοπαραγωγών της Κοζάνης, πολλά νησιά του Αιγαίου θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν τα φτωχά εδάφη τους με την καλλιέργεια κρόκων από τα είδη που είναι αυτοφυή και ενδημικά στα νησιά και να έχουν παραγωγή σαφράν αντί να έχουν παραδώσει τα νησιά στα κατσίκια.
Οι κρόκοι είναι φυτά ευρωασιατικά. Εξαπλώνονται από την Πορτογαλία μέχρι την δυτική Κίνα και περιλαμβάνουν 80 είδη. Η πλειονότητά τους συγκεντρώνεται στην βορειοανατολική Μεσόγειο και κυρίως στην Τουρκία και την Ελλάδα. Στην χώρα μας ευδοκιμούν 21 είδη αυτοφυών κρόκων, από τα οποία τα 9 είναι ενδημικά. Εκτός από τα τρία αιγαιοπελαγίτικα είδη που δίνουν την ζαφορά (σαφράν), υπάρχουν και κρόκοι που έχουν μεγάλη αισθητική αξία και καλλιεργούνται σαν καλλωπιστικοί.