-->

Δευτέρα, 20 Ιουλίου 2009

Εξωτικά φυτά που ανθίζουν στην... Ηπειρο

Ενδημικά φυτά της Ηπείρου, άγνωστα πέρα από τα στενά όρια της επιστημονικής κοινότητας, αναπτύσσονται και τροποποιούνται γενετικά στα εργαστήρια του ΤΕΙ της περιοχής με σκοπό τη χρήση τους σε κήπους αλλά και σε τομείς όπως η αποκατάσταση τοπίου, η κάλυψη άγονων εδαφών και οι φυτεύσεις σε πρανή δρόμων. 
 .
Σπόροι φυτών με πανέμορφα άνθη και φύλλωμα, όπως η κεφαλαριά (αριστερά), η καμπανούλα (κέντρο) και η πουτόρια (δεξιά) φυτεύονται στα θερμοκήπια και στους υπαίθριους χώρους του τμήματος Ανθοκομίας του
Σπόροι φυτών με πανέμορφα άνθη και φύλλωμα, όπως η κεφαλαριά (αριστερά), η καμπανούλα (κέντρο) και η πουτόρια (δεξιά) φυτεύονται στα θερμοκήπια και στους υπαίθριους χώρους του τμήματος Ανθοκομίας του ΤΕΙ Ηπείρου

Σπόροι φυτών με πανέμορφα άνθη και φύλλωμα όπως η πουτόρια, η σκαμπιόζα, η κεφαλαριά και η καμπανούλα φυτεύονται στα θερμοκήπια και τους υπαίθριους χώρους του τμήματος Ανθοκομίας και Αρχιτεκτονικής Τοπίου του ΤΕΙ Ηπείρου. 
Εξωτικά φυτά που ανθίζουν στην... Ηπειρο   
Οι επιστήμονες του ΤΕΙ ευελπιστούν ότι σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα τα... εξωτικά, πλην όμως ελληνικά, λουλούδια θα αντικαταστήσουν τα είδη που έρχονται από το εξωτερικό. «Για τομείς όπως η αποκατάσταση τοπίου, η κάλυψη άγονων εδαφών και οι φυτεύσεις σε πρανή, συχνά χρησιμοποιούνται είδη που εισάγονται από το εξωτερικό αλλά και ελληνικά, τα οποία αφού βελτιωθούν στο εξωτερικό, στη συνέχεια επανεισάγονται στη χώρα μας. Αυτό, εκτός από το οικονομικό κόστος που συνεπάγεται για την Ελλάδα, έχει και άλλες επιπτώσεις. 
Για παράδειγμα, κάποια δεν ταιριάζουν στο ελληνικό τοπίο, έχουν μικρή προσαρμοστικότητα στις εδαφοκλιματικές συνθήκες, μειωμένη ανταγωνιστικότητα σε σχέση με τα τοπικά φυτικά είδη ή το αντίθετο απουσία ανταγωνιστών με ανεξέλεγκτη αύξηση του πληθυσμού τους», εξηγεί ο Αναπληρωτής Καθηγητής Γεωπονίας και προϊστάμενος του ΤΕΙ Ηπείρου Γιώργος Γκίζας.
Οι καθηγητές και οι φοιτητές του ΤΕΙ έχουν δημιουργήσει τοπικούς σταθμούς και καταγράφουν τέσσερις φορές τον χρόνο την τοπική χλωρίδα της Ηπείρου και κυρίως τα φυτά που απαντώνται στην Πίνδο και τα Τζουμέρκα. Κατόπιν γίνεται η πρώτη αξιολόγησή τους με βάση τα μορφολογικά και οικολογικά χαρακτηριστικά τους. 
Στη συνέχεια εξετάζονται οι πιθανότητες ανάδειξης των καλλωπιστικών χαρακτηριστικών των φυτών χωρίς να απαιτούνται ιδιαίτερες συνθήκες ανάπτυξης.
«Στη συνέχεια, φυτά από τα είδη που αρχικά επιλέγονται αναπτύσσονται σε γλάστρες στο θερμοκήπιο ή υπαίθρια ή φυτεύονται απευθείας στο έδαφος και γίνεται η παρακολούθηση της ανάπτυξής τους σε διαφορετικές συνθήκες, ενώ παράλληλα εφαρμόζονται και διάφορες τεχνικές γενετικής βελτίωσης. Ακολουθεί η επιλογή ειδών ή συγκεκριμένων φυτών και η βελτίωσή τους σε διάρκεια μερικών ετών» σημειώνει ο κ. Γκίζας και συμπληρώνει ότι τα πρώτα αποτελέσματα είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικά. «Τα ενδημικά φυτά των βουνών θέλουν δουλειά αλλά και γενετική βελτίωση για να φτάσουν στην αγορά και να είναι ανταγωνιστικά. Μας ενδιαφέρει να απαντήσουμε με σιγουριά σε ερωτήματα του τύπου αν το λουλούδι μπορεί να ζήσει στην περίπτωση αν θα βρεθεί σε χαμηλότερο υψόμετρο. Από τις βελτιώσεις που έχουμε κάνει στα φυτά μπορούμε να πούμε ότι τα πρώτα στοιχεία είναι ενθαρρυντικά».
Γ. ΓΚΙΖΑΣ
 
Θωρακίζονται το περιβάλλον και ο φυσικός πλούτος της χώρας
Η χρήση ενδημικών φυτών στην ανθοκομία και την κηποτεχνία δεν προσφέρει μόνο τα οικονομικά οφέλη που προκύπτουν από τη μείωση των εισαγωγών. Ο κ. Γκίζας θεωρεί ότι το περιβάλλον θωρακίζεται και ο φυσικός πλούτος της χώρας δεν υποβαθμίζεται ακόμα περισσότερο στη δύσκολη εποχή που ζούμε.
«Η χρήση αυτοφυών φυτικών ειδών στην ανθοκομία - κηποτεχνία παρουσιάζει πολλά θετικά στοιχεία, δεδομένου ότι προσφέρει φυσικότητα στο δομημένο περιβάλλον, διευκολύνει τη διαβίωση ειδών της πανίδας -έντομα, πουλιά και άλλα ζώα- συντελώντας έτσι στη διατήρηση της βιοποικιλότητας, μειώνει τις φροντίδες και το κόστος συντήρησης, αφού τα φυτά είναι προσαρμοσμένα στις τοπικές κλιματικές συνθήκες και έχουν ελάχιστες απαιτήσεις σε λίπανση, πότισμα και φυτοπροστασία με αποτέλεσμα την εξοικονόμηση φυσικών πόρων και την αποφυγή υποβάθμισης των υδάτινων οικοσυστημάτων» σημειώνει.
Τουλίπες
Ο κ. Γκίζας φέρνει ως παράδειγμα προς μίμηση την τουλίπα, που έχει γίνει εθνικό φυτό της Ολλανδίας και αποφέρει τεράστια κέρδη στους καλλιεργητές της χωρίς καν να είναι ενδημικό φυτό των Κάτω Χωρών. «Ολοι μας έχουμε αγοράσει λουλούδια ή βολβούς τουλίπας και γνωρίζουμε ότι η Ολλανδία ονομάζεται και χώρα της τουλίπας.
Το σίγουρο πάντως είναι ότι μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα δεν υπήρχαν τουλίπες στην Ολλανδία, οι οποίες μέχρι τότε κοσμούσαν μόνο τα λιβάδια και τα δάση στις περιοχές της νότιας Βαλκανικής Χερσονήσου και της Μικράς Ασίας, όπου και βρίσκονται στην άγρια μορφή τους μέχρι και σήμερα.
Ενα "δικό" μας φυτό, αφού βέβαια έκανε πρώτα αλλαγή καταγωγής, κάνει διεθνή καριέρα συναγωνιζόμενο άλλα εντυπωσιακά και εξωτικά φυτά. Και σίγουρα δεν είναι το μόνο που έχει αυτή τη δυνατότητα. Δεν βλέπω τον λόγο γιατί να μην μπορέσουμε να κάνουμε κι εμείς κάτι ανάλογο με τα υπόλοιπα ενδημικά φυτά μας» καταλήγει.

ΣΤΕΛΙΟΣ ΒΟΓΙΑΤΖΑΚΗΣ
svogiatzakis@pegasus.gr